ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΟΥ ΜΑΡΖΙΝΑΛΙΣΜΟΥ

Το Μανιφέστο του Μαρζιναλισμού

ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΟΥ ΜΑΡΖΙΝΑΛΙΣΜΟΥ

Αθήνα Μάιος 2017

 

Χαιρετίζω τα πόμολα, τα μαχαιροπίρουνα, τα κουμπιά!
Χαιρετίζω τα απαγορευτικά, τα φανάρια! Χαιρετίζω τις διαγραμμίσεις!
Χαιρετίζω τους φουτουριστές! Χαιρετίζω την arte povera!

Και την υψηλή κοινωνία της τέχνης. Τα σαλόνια, τις αίθουσες, τους τοίχους, τα παράθυρα. Τα βραβεία, τους έπαινους και τις διακρίσεις. Χαιρετίζω τα αφεντικά της τέχνης! Χαιρετίζω τους πάντες! Αλλά δεν τρίβω τα μάτια μου βλέποντας όλο αυτό το μεγαλείο. Ούτε εντυπωσιάζομαι. Γιατί όλα είναι φούμαρα!

Όλοι συμφωνούν σ’ αυτό, με μόνη εξαίρεση αυτούς που κάποτε υπόσχονταν πως θα άλλαζαν τον κόσμο. Όμως δεν έκαναν τίποτε, προσγειώθηκαν και τα ξέχασαν όλα! Τώρα κορδώνονται σε αναμνηστικές φωτό. Παίρνουν πόζες δίπλα στους πετυχημένους και στους διάσημους, τους πολιτικούς και τους φραγκάτους, σαν τους φτωχούς συγγενείς. Επόμενο είναι να διαφωνούν! Αυτοί, οι σημαιοφόροι τάχατες της αλλαγής! Καλλιτέχνες στα χαρτιά και στα λόγια. Ψάχνεις για έργα τους και το μόνο που βρίσκεις είναι selfies. Αν δεν τους ανταμώσετε πουθενά ούτε που αξίζει να ασχοληθείτε μαζί τους. Αν πάλι σας τρώει η περιέργεια και θέλετε να μάθετε και τη δική τους γνώμη, δεν έχετε παρά να τους ρωτήσετε.
Νομίζω πως θα πουν: -«Όλα πηγαίνουν ρολόι!». Όλα ρόδινα μας τα παρουσιάζουν άλλωστε, από τότε που φτάσανε εκεί που στόχευαν εξαρχής. Μην πιστεύετε στα λόγια τους! Τα λένε για να τ’ ακούν οι αφελείς! Για να εφησυχάζουν οι αδιάφοροι. Ας πουν κι ας κάνουν ότι θέλουν! Δεν θα χολοσκάσω! Έτσι κι αλλιώς, ακόμα κι αν βάλουμε στην άκρη όλους τους αφελείς και τους αδιάφορους που έχουν του χεριού τους, αυτοί που απομένουν και πάλι είναι αρκετοί. Σ’ αυτούς τους τελευταίους απευθύνομαι κι εγώ. Αλλά για τον φόβο των Ιουδαίων, πριν περάσω στο προκείμενο, αισθάνομαι την υποχρέωση να εκφράσω τον αμέριστο σεβασμό μου: Από το ζωικό βασίλειο στις νυφίτσες, τα κουνάβια και τους ασβούς. Από τον κόσμο των ανθρώπων στους ολιγάρχες, τους ομοδίαιτους, τους επιτελείς και τα τσιράκια τους. Είναι όλοι τους χάρμα οφθαλμών! Θαυμάστε τους! Δέστε πως αλληλοσυγχαίρονται! Πως αλληλοεπιβραβεύονται! Πως αλληλοεπεφημούνται! Με πόση αβρότητα και θαυμασμό, αλληλοϋποκλίνονται στις μετριότητες τους! Τα πολλά μας συγχαρητήρια σε όλους τους!
Να θυμάστε πως ο καθένας μπορεί να ρίξει κάτω στο πάτωμα ακόμα και τον πιο δυνατό άμα τον βρει σκυμμένο. Γι αυτό εφόσον κανείς επιθυμεί σώνει και καλά να υποκλιθεί, ας το κάνει εμπρός απ’ τον καθρέφτη. Απ’ όσα έχω μελετήσει, αυτό είναι το πιο ασφαλές σημείο! Γενικά υπάρχει έλλειψη εμπιστοσύνης. Κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν! Και δικαιολογημένα αφού βλέπουν και ακούν τα πάντα. Διαβάζουν τις σκέψεις. Παρακολουθούν και καταγράφουν συνεχώς! «Αγαπημένο μου ημερολόγιο» νομίζω πως έχεις αλλάξει χέρια. Περίμενα να ωριμάσουν οι συνθήκες για να σε πάρω πίσω. Μέχρι τις προάλλες που συνάντησα κάτι γνωστούς που περιφέρονταν με τα έργα μου. Τα κρατούσαν ανάποδα.  -«Είναι κάτι σαν διαμαρτυρία», μου διευκρίνισαν όταν τους ρώτησα γιατί. -«Σε ποιόν και γιατί;» Πήρα θάρρος! «Δεν μπορεί κάτι παίζεται εδώ!», συμπέρανα. Λιγάκι πιο κάτω συνάντησα και τους υπόλοιπους, περίμεναν στην ουρά, πίσω από τους σπεκουλαδόρους και τους παρατρεχάμενους. Προσποιήθηκα πως δεν τους αναγνώρισα, για να μην τους φέρω σε δύσκολη θέση. Συνέχισα τον δρόμο μου ακολουθώντας τα αχνάρια, που είχα αφήσει μια άλλη φορά. Ύστερα από αρκετό περπάτημα μου φάνηκε να κάνω κύκλους. Ορκιζόμουν πως είχα περάσει ξανά από ‘κει, μπορεί όμως και να’ ταν η αίσθηση ενός déjà vue.

Δεν θέλω να επεκταθώ περισσότερο. Να προσθέσω μονάχα πως είναι πολύ εγωιστής όποιος νομίζει πως μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Ο καθένας πρέπει να είναι ελεύθερος να κάνει αυτό που θέλει, είτε σωστό είτε λάθος. Στον προσωπικό του λογαριασμό  χρεώνονται άλλωστε, μια-μια όλες του οι πράξεις. Αυτό είναι το σωστό! Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να πιάσει κανέναν από το λαιμό και να του πει: -«Για το καλό, σήκω όρθιος! Γίνε ο εαυτός σου! Γίνε σίδερο! Γίνε αέρας! Γίνε νερό! Γίνε χείμαρρος! Ετοιμάσου «… σε λίγο θα είσαι εσύ ο πιο δυνατός και θα μπορέσεις επιτέλους να τους επιβάλεις με την σειρά σου, όλα εκείνα τα φρικτά που έχεις υποστεί εξαιτίας τους»(1)» Κι αν υποθέσουμε πως μπουν στην διαδικασία και απαντήσουν; Αν πουν για παράδειγμα: -«Μεγάλα λόγια φίλε μου!;» Τότε σίγουρα θα ξεκινήσει ο αντίλογος, θα οξυνθούν τα πνεύματα και θα γίνει καβγάς! Όχι, όχι και όχι! Δεν αναμοχλεύω παλαιές έριδες, δεν υποδαυλίζω το μίσος. Συνιστώ ψυχραιμία, αυτοσυγκράτηση, μειλιχιότητα!
Εξάλλου δεν είναι ωραίο πράγμα να ρίχνει κανείς λάδι στην φωτιά. Κι ούτε είναι στον χαρακτήρα μου να κάνω κάτι τέτοιο. Αλλά ούτε που μου αρέσει να βλέπω νέους ανθρώπους, γεμάτους σφρίγος και ορμή να αναδιπλώνονται, να πισωπατούν, να οπισθοχωρούν, να συνθηκολογούν! Όποιος, καλώς ή κακώς, πάρει την απόφαση να κάνει ένα βήμα εμπρός, ας μην αυτο-γελοιοποιηθεί κάνοντας στην συνέχεια άλλα δέκα βήματα πίσω. Λέω λοιπόν: Μην υποχωρείτε! Πεισμώστε! Κάντε την παρουσία σας αισθητή. Κάντε την παρουσία σας, όσο μπορείτε πιο πιεστική. Μην χαλαρώνετε ούτε λεπτό! Γεμίστε τον κόσμο χρώματα. Βγάλτε νότες κακόηχες! -Αυτό θέλει εξάσκηση, έτσι;- Βάλτε όργανα αυτοσχέδια να φαλτσάρουν. Τραβήξτε γραμμές. Γράψτε σκέψεις διάφορες και λόγια της στιγμής παντού. Ότι δεν σας αρέσει σβήστε το. Μουτζουρώστε! Σκίστε! Καταστρέψτε! Κι ότι απομείνει θάψτε το, όσο γίνεται πιο βαθιά! Αποτυπώστε την απώλεια και τραγουδήστε την φθορά. Αυτή την τέχνη μπορεί κάποιοι να την χαρακτηρίσουν μαρζιναλιστική! Ακόμα καλύτερα, εσείς στείλτε την έτσι κι αλλιώς να πάει παντού!

Παράλληλα να είστε σε ετοιμότητα καλού-κακού, γιατί ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί να εμφανιστούν αναπάντεχα, απρόσκλητοι σαν τους πλασιέδες να σας πουλήσουν τάχα συμβουλές. Κατά βάθος θα ψάχνουν το κατάλληλο τέχνασμα για να σας εξαπατήσουν. Αν ωστόσο αντιληφθούν ότι δεν παίρνετε από λόγια, θα κουραστούν και θα φύγουν. Αλλά θα επιστρέψουν και τούτη τη φορά θα κραδαίνουν περγαμηνές και κίβδηλα βραβεία. Αν γίνουν πολύ φορτικοί μπορείτε να τους πείτε: -«Μάγκες!, σε λίγο αυτά τα παλιόχαρτα θα τα πετάμε σαν τον χαρτοπόλεμο, απάνω απ’ τα μπαλκόνια!» Δυστυχώς κάποιος καλοθελητής πήγε κατ’ ευθείαν να τους το σερβίρει. Όπως είναι επόμενο εξοργίστηκαν και ήθελαν να μάθουν επιτόπου ποιος τους δίνει τέτοιες συμβουλές. Λόγο στον λόγο, κουβέντα στην κουβέντα, κατάληξαν σε ‘κείνο τον περίεργο με το παρατσούκλι «Ο Ζηλωτής». Με πιάσανε τα γέλια. -«Κάτι είχαμε ακούσει γι αυτό το «νούμερο» αλλά δεν είχαμε δώσει σημασία. Τον είχαμε υποτιμήσει. Να προσαχθεί ενώπιόν μας!» Πως το έφερε η τύχη και πήγε ο ίδιος να τους βρει από σύμπτωση χωρίς να έχει ιδέα που πήγαινε να μπλέξει. –«Να ’μαι κι εγώ!», τους λέει: «Πέρασα μήπως σας βρίσκονται τίποτε ψιλά. Δίνω τόκο και ξέχωρα, με απόλυτη εχεμύθεια, στον καθένα το δικό του μερτικό! Για εγγύηση βάζω στο τραπέζι όσες εργολαβίες τρέχουν. Με πρώτη-πρώτη την οδό του Κυρίου που προετοιμάζω τώρα! Κοιτάξτε έξω, οι μπουλντόζες και τα γκρέϊντερ δουλεύουνε στο φουλ!»

-«Μα για ποια οδό μιλάς βρε παιδάκι μου; Ποιανού Κυρίου; Βάλθηκες να μας τρελάνεις;»

Εκεί απάνω σηκώνει κι αυτός τα μανίκια για να τους δείξει τις πληγές μήπως αλλάξουν γνώμη. Είχε από μια πληγή στον κάθε καρπό και κάτι μικροαμυχές εδώ κι εκεί. Με λίγα λόγια τίποτε το σοβαρό. Ωστόσο έλπιζε πως θα λυγίσουν, αυτοί όμως ασυγκίνητοι στρέψαν τα βλέμματα αλλού με αποστροφή. Αυτός δεν το έβαλε κάτω, έπεσε στα γόνατα, διέρρηξε τα ιμάτιά του, άνοιξε τα χέρια διάπλατα και άρχισε να βροντοφωνάζει ασυναρτησίες! Παρίστανε πως προφήτευε για να τους τρομάξει. -«Από αυτό που περιφρονεί κανείς», τους φοβέριζε, «θα περιφρονηθεί!(2) Οι νέες ιδέες πάντα θα θριαμβεύουν αλλά φευ! λίγοι είναι αυτοί που έγκαιρα θα αντιλαμβάνονται την αλλαγή. Και ακόμα λιγότεροι είναι αυτοί που θα κρεμούν την τήβεννο για να αποχαιρετήσουν με σεμνότητα και αξιοπρέπεια την Αλεξάνδρεια την ώρα που θα φεύγει. «Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί | αόρατος θίασος να περνά | με μουσικές εξαίσιες, | με φωνές » (3).
Ας είναι!»
-«Ας είναι! Ας είναι!», επαναλάμβανε εν χορώ ο άλλος του εαυτός.
-«Εμπρός λοιπόν!», συνέχισε αυτός τον χαβά του, «αυτό το σκηνικό, εύκολα θα το ανατρέψουμε εμείς..» Εμείς; Ας γελάσω σκέφτηκα, μόνος του είναι ο μπαγάσας! Προσπαθεί να δημιουργήσει εντυπώσεις! «… Εμείς,» επέμεινε αυτός, «οι χαμένοι του ‘χθες, οι νικητές του αύριο! Οι αμφισβητίες! Οι ταραχοποιοί! Εμείς που κολλάμε τις σαΐτες στις οροφές των συνοικιακών σινέ. Που κάνουμε επίδειξη δύναμης σκίζοντας καταλόγους τηλεφωνικούς και ανοίγουμε τις μπύρες με τα σαπισμένα μας δόντια. Είμαστε η μόνη αντίδραση στο κατεστημένο! Ερχόμαστε να ανατρέψουμε! Να ανακυκλώσουμε! Να καταρρίψουμε τους κανόνες. Να απαλλάξουμε από τις εμμονές και τους ψυχαναγκασμούς!»
Και απευθυνόμενος στο πλήθος των αόρατων οπαδών του, τους εμψύχωσε λέγοντας: 

«Εμπρός λοιπόν εσείς οι απείθαρχοι, οι αποδιοπομπαίοι.
Εμπρός εσείς οι αναθεωρητές, οι εικονοκλάστες, οι αιρετικοί.
Εμπρός εσείς οι θρασύτατοι, οι θορυβώδεις μεταμοντερνιστές.
Εμπρός εσείς οι απέθαντοι στρατιώτες του βασιλιά Νιμρώδ.
Εμπρός εσείς που βαράτε κλαπατσίμπανα και φυσάτε τις τρομπέτες.
Εμπρός εσείς που τα έργα σας ηχούν σαν τρελαμένα ξυπνητήρια.

Έφθασε το πλήρωμα του χρόνου, ας συγκεντρωθούμε όλοι εδώ!

Εκτός των τειχών. Εκτός μέτρου. Εκτός εαυτού. Να απαγγείλλουμε τους στίχους της καινούργιας ραψωδίας. Μέσα από τσαλακωμένα τετράδια και τοίχους ετοιμόρροπους και μπράτσα και αυχένες. Στίχους που εξιστορούν κατορθώματα αδελφοκτόνων ηρώων και μηχανορραφίες θεών που πέθαναν και άφησαν πίσω τους χρέη.»
Οι ράγες ριγούν. Το τρένο τρέχει με αγκομαχητό, στο κατόπι ένα μαύρο σύννεφο το καταδιώκει. -«Μα από ποια εποχή ξεφύτρωσε τούτος εδώ ο διάβολος;». -«Λες να έρχεται από το παρελθόν; Κι ο ζηλωτής; Που είναι αυτός ο τρελός;». Το τρένο εισβάλλει στο σταθμό. Εκστασιασμένα τα χαμίνια τρέχουν ξωπίσω, ψάλλοντας: -«Ωσαννά! Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου»(4). Ο ρακοσυλλέκτης με στεντόρεια φωνή αναγγέλλει: -«Κορίτσια και αγόρια της Σιών, ιδού ο βασιλιάς σας έρχεται με την αμαξοστοιχία να σας βρει, ντυμένος γαμπριάτικα πάνω σε σιδερένιο όνο!» (5)

Ένας άστεγος που περνούσε εκείνη τη στιγμή σπρώχνοντας τα υπάρχοντά του, μου λέει: -«Φαίνεται πως ο οργανισμός τους την ζητά την τόση κοροϊδία! Να μου το θυμηθείς, αν δεν τους κοροϊδέψει ο ζηλωτής, θα τους την φέρει ο όνος!»

Ο συρμός στο μεταξύ ακινητοποιήθηκε και άνοιξε τις πόρτες. Ατμοί πλημμύρισαν την ατμόσφαιρα δημιουργώντας ένα σκηνικό ασπρόμαυρης ταινίας. -«Ο σταθμός είναι τερματικός! Παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες να αποβιβασθούν!», σκούξαν κάτι παλιά μεγάφωνα. Οι επιβάτες άρχισαν να κατεβαίνουν. Ο αέρας ευθύς πλημμύρισε από νεανικές φωνές. Γέμισε ο κόσμος χρώματα, ζωντάνεψε η ατμόσφαιρα. Οι επιβάτες ήταν όλοι τους μικρά παιδιά και έφηβοι, αγόρια και κορίτσια που τρέχαν και χώνονταν μέσα σε ανοικτές αγκαλιές. Ήταν οι μικροί μας εαυτοί! -«Για δες! Γύρισαν! Φέρνουν μαζί, τα γελοία νεανικά μας όνειρα, τα μεγαλεπήβολα σχέδια, τα χαζοποιήματα, τα αστεία ραβασάκια!»

Πόσο συγκινητικό! Αληθινά κοντεύω να βάλω τα κλάματα! Μήπως και ονειρεύομαι; Μία νεαρή κοπέλα με πλησιάζει, σκύβω να δω τι θέλει. -«Ρε ‘συ», λέω μέσα μου, «τούτη ‘δω θέλει να με φιλήσει!», όμως αυτή απλά μου ψιθυρίζει στο αυτί: -«Οι οραματιστές ονειρεύονται ξύπνιοι!»
-«Οι ονειροπόλοι θες να πεις!»
, την διόρθωσα.
-«Δεν σε καταλαβαίνω, θα μου εξηγήσεις μια άλλη φορά.», μου απάντησε και χάθηκε στο πλήθος.

Οι λέξεις της αντηχούσαν ακόμα στ’ αυτιά μου καθώς με σκουντούσε ο ελεγκτής στον ώμο: -«Ξύπνα!» -«Για την γνωριμία σου χάρηκα πολύ!» του λέω παραμιλώντας. «Ξύπνα σου λέω ρε! Κι άσε τις μαλαγανιές! Έλεγχος!» Του δίνω το εισιτήριο. -«Έπρεπε να είχες κατεβεί. Κατέβα στην επόμενη, πέρασε απέναντι και πάρε αυτό που θα έρθει για να γυρίσεις πίσω!»

Κατέβηκα. Ο σταθμός ήταν έρημος, απόκοσμος, απειλητικός. Φοβήθηκα μην μου την πέσει κανένας ανάποδος. Ευτυχώς πολύ σύντομα μια αλυσίδα από βαγόνια παρέλαυνε με ορμή μπροστά μου. Οι δείκτες του ρολογιού στον τοίχο άρχισαν να τρέχουν ανάποδα μέχρι που ακινητοποιήθηκε ο συρμός. Πάνω στο βρωμοβάγονο που ήρθε και στάθηκε μπροστά μου, έγραφε: «free Willi» -«Γαμώ την κοινωνία μου! Ακόμα ένας ανορθόγραφος ακτιβιστής!» Δρασκέλισα το διάκενο. Μπήκα και στάθηκα όρθιος. Ένα μικρό αυτοκόλλητο κολλημένο στο τζάμι, προειδοποιούσε: «Το τρένο φέρει ειδική επίστρωση για anti-graffiti προστασία. Το graffiti διώκεται με βάσει τις διατάξεις περί φθοράς δημόσιας περιουσίας, βλέπε: άρθρο, παράγραφο, υποπαράγραφο, εδάφιο, του Νι, του τάδε, του χ, του ψ, του αριθμού, της καθέτου, της ημερομηνίας(6). Οι παραβάτες,» έλεγε, «θα διώκονται!» Μετά το έριχνε στο παρακαλετό για να διατηρήσουμε το τρένο καθαρό. Σκέφτηκα: Πεταμένα λεφτά, δεξιά κι αριστερά. Το τρένο είναι πήχτρα στα γκράφιτι. Ευτυχώς!
Κατεβαίνοντας έπεσα πάνω σε μια διαδήλωση. Οι περισσότεροι ήταν νέοι. Τους ακολούθησα για να νιώσω την ζέση και τον ενθουσιασμό της νεότητας να με συνεπαίρνει και πάλι για λίγο. Στην στροφή ρωτώ ένα νεαρό που περπατούσε πλάι μου: -«Τι κάνουμε εδώ ρε συ;» -«Τι να κάνουμε; Ότι βλέπεις, φασαρία και τζερτζελέ! Αλήθεια που ήσουν, γιατί άργησες;» -«Εγώ;» Τα έχασα!
Στο μεταξύ η ένταση στην συγκέντρωση κορυφωνόταν. Οι φιλόμουσοι διαγωνιζόντουσαν στην κορώνα. Οι ατίθασοι σφυρίζαν με τα δάχτυλα. Οι χωρατατζήδες γελούσαν σαν τον Άϊ-Βασίλη. Οι υπόλοιποι ουγκάνιζαν, χλιμίντριζαν, μούγκριζαν και αλυχτούσαν. Εγώ είχα πάρει ένα χαζό ύφος και χαμογελούσα αμήχανα.
Κάνοντας αυτόν τον απίστευτο σαματά και άσεμνες χειρονομίες συνεχίσαμε την πορεία μας μέχρι που φθάσαμε μπροστά στο ετοιμόρροπο αρχοντικό που βρίσκεται πίσω από την πλατεία με τα λιονταράκια. Περνώ καθημερινά από ‘κει αλλά δεν το προσέχω. Τώρα το περιεργαζόμουν με θαυμασμό λες και το έβλεπα για πρώτη φορά. Μου φάνηκε σαν να περίμενε αυτόν που θα του δώσει μια κλωτσιά να το σωριάσει χάμω. Τι τεράστιο! Θαρρείς πως χτίστηκε για να στεγάσει γίγαντες! Σήμερα το κατοικούν ζωύφια. Εκεί απάνω σ’ αυτές τις σκέψεις κάποιος με τραβά από το μανίκι. -«Έλα!», μου λέει, -«Κάνε το θαύμα σου!» και μου βάζει στο χέρι ένα κομμάτι κιμωλία. Πίσω μου ανάψανε φακοί. Σκιές σάλταραν κι έπεσαν πάνω στον μισογκρεμισμένο τοίχο. Χέρια άρχισαν να ανακινούν aerosols(7) . Πινέλα έσταξαν στο πάτωμα. Ένοιωσα την πίεση στα μηλίγγια.
Τελικά έσφιξα την κιμωλία στα δάχτυλα και έγραψα:

ΜΑΡΖΙΝΑΛΙΣΜΟΣ :

Με κεφαλαία γράμματα και όπως βλέπετε, έβαλα μια άνω και κάτω τελεία μετά. Και είπα μέσα μου: Ας βάλει τώρα όποιος θέλει τα στρατιωτάκια του εδώ. Δεν πειράζει! Εμείς απερίσπαστοι θα γδέρνουμε τους πίνακες και θα σπάμε τα γλυπτά μας! Ποιος την γαμεί την υστεροφημία. Φάτε τον άμπακο και πιείτε τον σκασμό, ρευτήτε και κλάστε ελεύθερα! Δεν υπάρχει τίποτε μετά! Όλα συμβαίνουν τώρα!

Τώρα που η παλιά φρουρά θα πάρει δρόμο. Το μέλλον ανήκει πλέον σ’ εμάς που δεν ξέρουμε από πολλές ευγένειες ούτε έχουμε λεπτούς τρόπους. Εκφραζόμαστε ελεύθερα, χωρίς αναστολές. Σκουπιζόμαστε στα μανίκια. Παίζουμε κρυφτό στα σκοτεινά δωμάτια. Κυνηγιόμαστε στους δαιδαλώδεις διαδρόμους. Εξερευνούμε το άγνωστο, τις άπειρες κρυφές πτυχές μας. Αποτυπώνουμε το απρόσμενο. Το δυσνόητο. Το αντιφατικό. Λειτουργούμε απροσχεδίαστα και ανατρεπτικά. Αυτο-σχεδιάζουμε και αυτο-αιφνιδιαζόμαστε διαρκώς.

Εμφανιστήκαμε άξαφνα. Ίσα που καθίσαμε και λίγο έλειψε να μαλλιοτραβηχτούμε για λίγα αποφάγια. Κινδυνεύσαμε να γίνουμε ομοτράπεζοι με τους πρωτοπρεσβυτέρους και τους άλλους τους σιχαμένους. Ευτυχώς που έγινε χαμός και ανακατωσούρα! Κληθήκαμε άμεσα να δώσουμε εξηγήσεις:
-«Πως και από πού περάσατε εσείς, γιατί δεν σας σταματήσαν στην είσοδο; Τι έχετε να πείτε;»
-«Εμείς;» Τι να πούμε; Ζητήσαμε απλά συγνώμη για την αναστάτωση! «Νομίσαμε», είπαμε για να δικαιολογηθούμε, «πως ο χώρος της τέχνης είναι ελεύθερος!»
-«Τι είναι αυτά που μας λέτε τώρα!»
-«Κάπου το έχουμε διαβάσει αλλά μην δίνετε σημασία. Καλύτερα να πηγαίνουμε να μην σας καθυστερούμε άλλο. Αλλά μια και μπήκαμε μήπως θα μπορούσατε να ρίξετε μια ματιά, να δείτε τα έργα μας;»
-«Όχι τώρα! Αφήστε τα πίσω από την πόρτα! Θα τους ρίξουμε μια ματιά όταν θα βρούμε ελεύθερο χρόνο!»
Φύγαμε σαν τα καλά παιδιά. Κοντοζύγωνε να κλείσει χρόνος όταν επιτέλους έκριναν, πως είχε έρθει η ώρα να ξεμπερδεύουν μαζί μας. -«Ελάτε εσείς εδώ!», μας πρόσταξαν, «Τι πράγματα είναι τούτα ‘δω; Πάρτε τα από ‘δω χάμω! Απορρίπτεστε!»
-«Μα…»
«Δεν έχει μα και ξε-μά!» Επιμείναμε να μας δοθούν εξηγήσεις. Τα αίματα μας άναψαν. Τότε μια κυρία, πρώην μέλος των Monty Python’s, μπήκε στην μέση. Την εμπιστευτήκαμε γιατί φορούσε το εμβληματικό κολάν. Ζήτησε να εξετάσει τα έργα μας, για να τα εκτιμήσει σύμφωνα με τις επιστημονικές της γνώσεις. -«Τα έργα σας», μας ανακοίνωσε εν τέλει, «δεν είναι εικαστικά! Ούτε είναι πρωτότυπα! Δεν είναι έργα καν!» Αναμενόμενο! Ψόφια ψάρια και πουλάκια μέσα σε τελάρα, κρεμασμένα σε τοίχους, πάνω από καναπέδες και τραπεζάκια με φυστίκια αιγίνης και αλκοολούχα ποτά, κάνουν την διαφορά! Συντετριμμένοι αλλά ασυμβίβαστοι, πήραμε τον δρόμο της επιστροφής, κουβαλώντας τα έργα μας όλα, χύμα. Άλλο στον ώμο, άλλο στην πλάτη και άλλο παραμάσχαλα σαν τους σαλταδόρους. Ένας επαίτης μας πήρε γρήγορα είδηση και προσφέρθηκε τάχα να μας βοηθήσει. -«Αρκεί να μου δώσετε κι εμένα κάτι τις!» μας πρότεινε. Αισθανθήκαμε το ρίγος της απειλής. Όμως με το που μας πλησίασε τα μάτια του γούρλωσαν. Σταυροκοπήθηκε! -«Εσύ!» είπε τραυλίζοντας δείχνοντας με το δάχτυλο εμένα, «Έχω ακούσει για του λόγου σου! Είσαι αυτός που ζωγραφίζει με τρόπο που δεν είναι εικαστικός! Για σένα μιλάει και η Αγία Γραφή. Είσαι ο Τρισκατάρατος. Ο δημιουργός των πρώτων Αντι-έργων!» και το έβαλε πανικόβλητος στα πόδια.
Έμεινα αποσβολωμένος. Μόλις συνήλθα κοίταξα γύρω μου. Η πορεία είχε εξαφανιστεί! Ψυχή δεν κυκλοφορούσε πια! Δεν ακουγόταν τίποτε! Τρομαγμένος, πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Στους τοίχους έβλεπα παντού γραμμένο:

ΜΑΡΖΙΝΑΛΙΣΜΟΣ :

Με κεφαλαία γράμματα και δίπλα όπως βλέπετε είχε μια άνω και κάτω τελεία.
Τις επόμενες μέρες παρατήρησα με έκπληξη πως κάποιοι είχαν τολμήσει να γράψουν εκεί, ένα σωρό πρωτότυπες σκέψεις, προτροπές, συνθήματα, αφορισμούς …
Ίσως και κάποιοι άλλοι, σκέφτηκα, να έχουν αρχίσει να σκίζουν, να σπάνε, να κολλάνε ξανά και να κάνουν διάφορα που δεν φαντάζομαι καν, εγώ ο πρώτος μαρζιναλιστής …
Ας βάλω, καλού-κακού μια άνω και κάτω τελεία ακόμα, έτσι όπως το σκέφτομαι άλλωστε:

Όσο θα ζορίζουν τα πράγματα γύρω
οι ελευθερίες θα συρρικνώνονται
έτσι κι αλλιώς και ίσως γι αυτό

τα κορδόνια στα παπούτσια θα λύνονται
τα συρτάρια στα ντουλάπια θα ανοίγουν
μωρά θα γεννιούνται λάμπες θα καίγονται
κάποιοι θα ανακαλύπτουν κάποιοι θα χάνουν

πράγματα θα γίνονται που θα πρέπει
οπωσδήποτε να ειπωθούν να τα μάθουμε!

Κεραμέκης Χρ. © 2017

Αθήνα 8-05-2017

Παραπομπές Κειμένου για το Μανιφέστο του Μαρζιναλισμού