Νο «32.944»: ΑΛΕΚΟΣ ΤΟΠΑΛΟΓΛΟΥ – O ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΕΠΙΖΩΝ ΤΟΥ «ΤΙΤΑΝΙΚΟΥ» ΤΩΝ ΝΑΖΙ Του Γιάννη Σωτηρόπουλου

Του Γιάννη Σωτηρόπουλου – Δημοσιογράφου
Φωτογραφίες: Χρήστος Ζήνας
TRICOLORE Art: Giannis-SotiropoulosΜπορεί ο Τιτανικός, με τους 1.514 νεκρούς, να έχει το όνομα του πιο διάσημου ναυαγίου, δεν είναι όμως το πιο πολύνεκρο. Το θλιβερό αυτό ρεκόρ έχει ο άγνωστος γερμανικός «Τιτανικός«: το «Καπ Αρκόνα«. Είχε σχεδόν πέντε φορές περισσότερα θύματα από τον Τιτανικό. Συγκεκριμένα στις 3 Μαΐου 1945, τρεις ημέρες μετά την αυτοκτονία του Χίτλερ και μόνο μία ημέρα πριν από την άνευ όρων παράδοση των γερμανικών στρατευμάτων στη βορειοδυτική Γερμανία, το επιταγμένο-υπερωκεάνιο CAP ARCONA-27561, που χρησιμοποιήθηκε λίγο πριν τη λήξη του Β΄ ΠΠ ως πλοίο-φυλακή, βυθίστηκε στη Βαλτική Θάλασσα μετά από επιδρομή βρετανικών βομβαρδιστικών αεροσκαφών της RAF και παρέσυρε στον υγρό τάφο πάνω από 7.000 ανθρώπους! Μόνο 350 όμηροι ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης κατάφεραν να γλιτώσουν. Ένας από τους ελάχιστους πλέον επιζώντες παγκοσμίως και σίγουρα ο μοναδικός Έλληνας είναι ο 93χρονος σήμερα Αλέκος Τοπάλογλου, τον οποίο ανακαλύψαμε σε ένα υπόγειο που χρησιμοποιεί ως εργαστήριο επισκευής ιστορικών οχημάτων στη Νέα Σμύρνη. 71 χρόνια μετά, ρίχνει φως σ ένα από μεγαλύτερα ναυάγια όλων των εποχών. Και όχι μόνο. Μας αποκαλύπτει επίσης πώς επέζησε από την κόλαση τριών ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης: Μαουτχάουζεν-Νοιενγκάμμε-Μπελζεμπέργκε. Όσο για την αιτία που βρέθηκε εκεί; Όλα έγιναν για μια μοτοσυκλέτα μάρκας BSA! Θα άξιζε πάντως τον κόπο η πολυτάραχη ζωή του κ.Αλέκου να μπορούσε κάποια στιγμή να γραφτεί με όλες τις λεπτομέρειες σ΄ένα βιβλίο. Ηχογραφήσαμε πάνω από τρεις ώρες συνομιλίας. Επιλέξαμε και σας παρουσιάζουμε τις πιο ενδιαφέρουσες σελίδες από το συναρπαστικό βιβλίο της ζωής του…

TRICOLORE Art: Giannis Sotiropoulos Spiros Louis
ΕΡ: Να πιάσουμε το νήμα των αναμνήσεων σας από την αρχή. Πότε και που γεννηθήκατε και πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;

«Γεννήθηκα το 1923 στην Κωνσταντινούπολη. Στα Τατάβλα, σε μια απομονωμένη περιοχή της πόλης, όπου ζούσαν μόνο οι Έλληνες και δεν τολμούσαν να μπούν μέσα Τούρκοι. Το 1924 ήρθαμε στην Ελλάδα ως ανταλλάξιμος πληθυσμός μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αρχικά μείναμε στον Νέο Κόσμο. Μετά από λίγα χρόνια μας έδωσαν οικόπεδο και φτιάξαμε σπίτι στην περιοχή Νεάπολη της Νέας Ιωνίας. Ο πατέρας μου είχε πάρει ένα όχημα με άλογο και μαζί με τη μητέρα μου πήγαιναν κάθε μέρα στις λαϊκές. Εμάς μας άφηναν μόνα μωρά παιδιά στο σπίτι. Για να μην φύγουμε μας έδεναν μάλιστα με μια αλυσίδα και γυρίζαμε μέσα στο σπίτι. Θυμάμαι μας πονούσαν πολύ τα μάτια μας και το πρωί ήταν κλειστά από τις τσίμπλες. Εγώ κάπου είχα ακούσει έναν αόμματο που έλεγε: «Κόσμο ακούω και κόσμο δεν βλέπω.» και το έλεγα όταν ήμουν δεμένος και με πονούσαν τα μάτια μου. Σε ηλικία 12 ετών, όταν τέλειωσα το δημοτικό σχολείο, πήρα το απολυτήριο και έπιασα αμέσως δουλειά. Ένας φίλος της οικογένειας δούλευε στο εργοστάσιο Μπριτάνικα , που έβγαζε τα κασμίρια στη Νέα Φιλαδέλφεια. Αυτός μίλησε στον επιστάτη και πήγαινα για να πιάσω δουλειά. Ακριβώς όμως απέναντι χτιζόταν το εργοστάσιο Ελληνικά Κλωστήρια του Ιωάννη Τεγόπουλου. Είχαν τότε τις σακαράκες με συμπαγή λάστιχα με τις καδένες και ξεφόρτωναν μηχανήματα και βλέπω έναν ξανθό ψηλό Γερμανό, ο οποίος μου φώναξε «Κόμ, κόμ» δηλαδή «΄’Ελα, έλα». Ζητούσε προσωπικό για το νέο εργοστάσιο. «Εγώ δεν έκανα τίποτα» λέω και οι άλλοι με σπρώχνουν και μου λένε «Δεν είναι τίποτα, για δουλειά είναι». Ανεβαίνω πάνω στο νέο εργοστάσιο, μου δίνουν και μια δερμάτινη ποδιά και μια βούρτσα για να καθαρίσουμε τα μηχανήματα προκειμένου να τα μοντάρουν. Τα μηχανήματα Κλωστουφαντουργίας τα είχε αναλάβει τότε η Ζίμενς. Τη δεύτερη μέρα πηγαίνω χαρούμενος στο εργοστάσιο, έρχεται η λογίστρια και διερμηνέας και μου λέει «Έλα, σε θέλει ο Γερμανός» Πάω εκεί και μου λέει «Από αυτή τη στιγμή θα είσαι η ουρά μου. Όπου γυρίσω θέλω να σε βλέπω από πίσω μου» με ρωτάει «Κατάλαβες;» και εγώ τι να του απαντήσω «Κατάλαβα το λέω». Ξαφνικά αρχίζει και τρέχει και λέω «Τι έπαθε αυτός; » Μου λέει «Δεν σου είπα να γίνει η ουρά μου, τι σκατά κατάλαβες;» Με πήρε τελικά για βοηθό του. Εκεί έμεινα τρία χρόνια. Το 1935 ο Μεταξάς αναθέτει στο Μπαστιά, τον διευθυντή του τότε Βασιλικού Θεάτρου, να κάνει ένα θεατρικό έργο με ηθοποιούς, εργάτες εργοστασίου. Αυτός με τη σειρά του το αναθέτει στον Απόστολο Αυδή. Μια μέρα λίγο πριν σχολάσουμε από τη δουλειά, μας μαζεύουν και αρχίζουν να επιλέγουν από το προσωπικό. Ανάμεσα σ΄ αυτούς που επέλεξαν ήμουν κι εγώ. Ο Αυδής τρεις μήνες μας τρέλανε στις πρόβες. Θυμάμαι ο τίτλος του θεατρικού ήταν «ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΣΠΙΤΙ», που περιέγραφε τη ανυπόφορη ζωή μιας οικογένειας με τα τσικρίκια και με τα νήματα σε μια εποχή που η φυματίωση θέριζε. Εγώ έπαιζα το ρόλο του ανιψιού της οικογένειας αυτής. Θυμάμαι ακόμη τα λόγια που έπρεπε να πώ. Χτυπούσα την πόρτα και έλεγα: «Θεία Σμαραγδή, θεία Σμαραγδή». Ένας κύριος, ψηλός, λιγνός, είχε και χρυσή καδένα. Εκάθησε στον καφενέ, τον Πλάτανο. Και μου είχανε βάλει ένα σκαμνάκι και έλεγα: «Ποίος ξεύρει το σπίτι του Γιώργη του Πικραμένου; » Και εγώ απαντούσα: «Εγώ θεία Σμαραγδή. Έχει τον μούργο και την κατσικούλα, την Κοκκίνο και την άλλη την κατσικούλα την Ασχημίνα και το ντουλάπι που είναι γεμάτο καρύδια και σταφίδες». Η θεατρική παράσταση παίχτηκε στο υπόγειο του εργοστασίου και κράτησε δύο ώρες. Θεατές ήταν ολόκληρο το υπουργικό συμβούλιο και φυσικά ο Ιωάννης Μεταξάς, οποίος στο τέλος της παράστασης χαιρέτησε έναν-έναν τους εργάτες-ηθοποιούς και όταν έφτασε σε εμένα τον μικρότερο σε ηλικία έβγαλε το πορτοφόλι του και μου έδωσε 1.000 δραχμές! Πώ, πώ εγώ πήρα μια χαρά, τη στιγμή που το μεροκάματο ήταν 20 δραχμές. Είπα μέσα μου ΄»Μια ποδηλατάρα που θα πάρω» Και μου λέει ο Μεταξάς : » Να το αξιοποιήσεις σωστά. Επίσης να πιστεύεις αυτά που ζεις και αυτά που βλέπεις, όχι αυτά που σου λένε και αυτά που ακούς! Το κατάλαβες;» Και του απάντησα: «Το κατάλαβα.» Εγώ σε αυτή την ηλικία δεν είχα καταλάβει τι ήθελε να μου πεί. Όταν έφυγε ρωτάω τον πρόεδρο των θερμαστών και μου εξήγησε ότι ήθελε να μου πει για τους κομουνιστές, να μην πιστεύεις αυτά που σου λένε. Μετά από λίγα χρόνια με βάλανε συντηρητή του εργοστασίου. Το παρατσούκλι που μου είχανε βγάλει ήταν «Κατσαμπρόκος», το όνομα από το σουβλί που έχουν οι τσαγκάρηδες.»

alekos-topaloglou-sur-sa-moto

Ο «ΚΑΤΣΑΜΠΡΟΚΟΣ» ΜΕ ΤΗ ΒSA KAI ΤΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

ΕΡ: Ο «Κατσαμπρόκος» όμως είχε και ένα πάθος με τις μοτοσυκλέτες και μάλιστα το πλήρωσε ακριβά. Έτσι δεν είναι;

«Επί γερμανικής κατοχής είχα βρει μια παλιά βρετανική μοτοσυκλέτα μάρκας BSA και την επισκεύασα. Είχα πάρει και άδεια και την κυκλοφορούσα. Ο τότε διοικητής του αστυνομικού τμήματος Καλογρέζας είχε στείλει έναν χωροφύλακα και μου είπε σε θέλουν στο τμήμα. Πάω στο αστυνόμο και μου λέει «Ξέρεις Αλεκάκι θέλω να μου κάνει κάτι θελήματα με τη μοτοσυκλέτα σου.» Μου φόρτωναν τη μοτοσυκλέτα μ΄ ένα σακί τρόφιμα και τα πήγαινα. Τη μια στον Ωρωπό, την άλλη στη Θήβα.. Κάποια στιγμή αποφάσισα να μην ξαναπάω και τους είπα ότι είναι χαλασμένη η μηχανή. Θυμάμαι τη μάνα μου ένα Σάββατο μου είπε: »Αλέκο σήμερα να μην αργήσεις .» Στα παλιά λατομεία του Βεϊκου στην Καλογρέζα πέσαμε σ΄ένα μπλόκο των ταγματασφαλιτών και μας πήγαν στο τμήμα της Καλογρέζας. Εκεί ο αστυνόμος που του είχα κάνει τόσο θελήματα με τη μηχανή μόλις με είδε, έκανε μπροστά στους άλλους πως δεν με ήξερε και άρχισε να ρίχνει τόσες μπουνιές και κλωτσιές. Αυτός ο αστυνομικός φαίνεται είχε βάλει στο μάτι τη μοτοσυκλέτα μου και ήθελε να μου τη «φάει». Ύστερα από πολύωρη ανάκριση και πολύ ξύλο με έστειλαν στην Ασφάλεια, που τότε ήταν κοντά στη πλατεία Βικτωρίας. Έμεινα εκεί μια εβδομάδα και έφαγα τόσο ξύλο από τον αστυνόμο Μόρφη, θυμάμαι ακόμη το όνομά του, πώς να ξεχάσω τον άνθρωπο που τόσο με βασάνισε και έβριζε διαρκώς χυδαία τη μητέρα μου και την αδερφή μου. Μετά μας πήγαν για λίγες ημέρες στα γερμανικά κρατητήρια στην οδό Μέρλιν και τελικά κατέληξα στο Χαϊδάρι, όπου έμεινα 40 ημέρες στην απομόνωση . Συνολικά έμεινα 4 μήνες στο Χαϊδάρι, όπου έτυχε να δω κρεμάλες, εκτελέσεις.»

Ο Νο «32.944» : «ΚΟΙΜΗΘΗΚΑ ΔΥΟ ΝΥΧΤΕΣ ΠΑΝΩ ΣΕ…ΠΕΘΑΜΕΝΟ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟ !»

ΕΡ: Σε πόσα και ποιά ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης ήσασταν κρατούμενος και τι θυμάστε περισσότερο απ΄αυτά;

TRICOLORE Art: Giannis Sotiropoulos«Θυμάμαι ήταν Φθινόπωρο όταν φύγαμε από το Χαϊδάρι. Μείναμε δέκα ημέρες στα βαγόνια τρένου που κουβαλούσε ζώα. Μας δώσανε ένα τσουβαλάκι σταφίδα, ένα τσουβαλάκι φρέσκα κουκιά και ένα βαρέλι νερό. Το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης που φτάσαμε ήταν το Νοϊνγκαμμε. Έτυχε να κουβαλήσω τουλάχιστον 15 συγκρατούμενους μου στα κρεματόρια! Όταν ήταν κάποιος πεθαμένος ή μισοπεθαμένος τους βάζαμε τρεις-τρεις σε στοίβα και οι φούρνοι των Ναζί έκαιγαν μέρα νύχτα! Εμένα, μαζί μ΄άλλους 500 κρατούμενους, μας πήγαν στο Μπούμενταλ της Βρέμης. Τότε ο Χίτλερ είχε δώσει εντολή ν΄ αρχίσουν την παραγωγή των υποβρυχίων. Εγώ επειδή είχα δηλώσει ότι ήμουν ηλεκτροκολλητής δούλεψα εκεί. Δουλεία να δείτε, επί 12 ώρες ήμουν κρεμασμένος σε σκαλωσιές. Κάποια ημέρα μας έβγαλαν σε ένα προσκλητήριο και ο Γερμανός διοικητής είπε: «Ποιοί μπορούν να περπατήσουν από εδώ και ποιοι δεν μπορούν TRICOLORE Art: Gainnis Sotiropoulosαπό εκεί.» Κάπου 4.000 κρατούμενοι με μια κουβέρτα αγκαλιά ξεκινήσαμε να πάμε από το Μπλούμενταλ της Βρέμης στο Αμβούργο. Περπατούσαμε πέντε ολόκληρες ημέρες! Στο δρόμο όσοι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν πεζοί τους σκότωναν, ερχόταν ένα φορτηγό και τους έριχναν μέσα σε λάκκους. Είχαμε μείνει εκεί δύο-τρεις ημέρες. Πολλοί ήταν μισοπεθαμένοι από τις κακουχίες. Εγώ να φανταστείτε κοιμήθηκα δύο νύχτες πάνω σ΄ έναν πεθαμένο κρατούμενο! Εγώ είχα τον αριθμό 32.944 και είχαμε πάνω στο ρούχο την εθνικότητα. Όσοι δούλευαν σκληρά δεν τους πείραζαν. Όσοι δεν μπορούσαν να δουλέψουν ήταν ξοφλημένοι, τους καθάριζαν πριν την ώρα τους. Εκεί στο Νοϊνγκαμμε έμεινα τρεις μήνες και μετά πήγα στο Μπελζεμπέργκε και στο Μάουτχαουζεν. Και στα τρία ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης έμεινα συνολικά ενάμιση χρόνο. Πολύ δύσκολες συνθήκες αλλά εγώ ήμουν αποφασισμένος να ζήσω. »

ΝΑΥΑΓΙΟ «ΚΑΠ ΑΡΓΚΟΝΑ» : ΕΠΙ ΤΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΞΕΒΡΑΖΕ ΠΤΩΜΑΤΑ!

ΕΡ: Να φτάσουμε τώρα στην πιο τραυματική εμπειρία της ζωής σας. Τι σας άφησε στη μνήμη η τραγωδία του Καπ Αρκόνα;

TRICOLORE Art: Sotiropoulos Giannis«Εμείς που είχαμε απομείνει μας έβαλαν σ΄ένα τρένο για να μας πάνε στο Κάπ Αργκόνα. Ένα τεράστιο γερμανικό πλοίο, υπερωκεάνιο με δέκα πατώματα. Λέγεται πως ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο σε μέγεθος πλοίο μετά τον Τιτανικό. Από ότι έχει γραφτεί οι Γερμανοί μας είχαν μαζέψει εκεί από όλα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, προκειμένου να διαπραγματευτούν με τους Σύμμαχους την ανταλλαγή των ομήρων και αιχμαλώτων. Ήμουν μαζί με οκτώ Έλληνες σ΄αυτό το πλοίο-φυλακή. Σήμερα δεν ζει κανείς απ΄ ότι ξέρω. Μας πήγαιναν πενήντα-πενήντα στο Καπ Αργκόνα και μας έβαζαν σε καμπίνες 5 ατόμων 30-40 κρατούμενους μαζί. Ήμουν στον πάτο του καραβιού και είχα χαθεί με τους άλλους Έλληνες. Δεν τους ξαναείδα. Όλοι πνίγηκαν στο ναυάγιο. Θυμάμαι πολύ καλά την ημέρα του ναυαγίου. 3 Μαΐου 1945. Ήταν γύρω στις 2:30 το μεσημέρι, όταν βρετανικά αεροσκάφη άρχισαν να μας πολυβολούν και να μας βομβαρδίζουν. Χτύπησε αμέσως ο συναγερμός, βγήκαμε όλοι στο κατάστρωμα να βγάλουμε τα ρούχα και να κάνουμε σινιάλο. Εγώ χώθηκα κάτω από κάτι καλύμματα με βίντσια. Ήρθαν τα βρετανικά βομβαρδιστικά και έριξαν την πρώτη βόμβα, αεροτορπίλη, στηTRICOLORE Art: Giannis Sotiropoulos μέση του πλοίου και άρχισε να βουλιάζει, να κάθεται προς τα πίσω. Μετά κάθισε και το μπροστινό μέρος. Ακολούθησε μεγάλη αεροπορική επιδρομή. Μία με μιάμιση ώρα μετά μπατάρισε ολόκληρο το πλοίο. Είχε μείνει μόνο ένα κομμάτι 30-40 μέτρα πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας. Βρήκα μια πόρτα που μπαίναμε στο καράβι κι εγώ μαζί με καμιά εκατοστή καταφέραμε και βγήκαμε από το φλεγόμενο πλοίο. Βρήκα ένα κομμάτι που επέπλεε στη θάλασσα κρατήθηκα πάνω του και σιγά-σιγά κολυμπώντας έφτασα στην ακτή, που απείχε περίπου ένα χιλιόμετρο από το ναυάγιο. Ήμασταν και εξαντλημένοι, είχαμε 15 ημέρες να φάμε στο καράβι. Σύμφωνα με κάποιους ερευνητές στο ναυάγιο αυτό χάθηκαν πάνω από 7.000 ψυχές! Με πιάνει ακόμη ρίγος όταν θυμάμαι την εικόνα της θάλασσας που επί τρεις μήνες ξέβραζε συνεχώς πτώματα, από 100-200 την ημέρα! Οι Βρετανοί μας κράτησαν εκεί στην ακτή τρεις μήνες. Καθημερινά πήγαινα και κοιτούσα μήπως βρω κανέναν Έλληνα.»

ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ, ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ ΚΑΜΠΙΝΓΚ ΚΑΙ ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΗΣ ΕΓΓΟΝΗΣ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΛΟΥΗ

ΕΡ: Ο Β΄ΠΠ είχε φτάσει στο τέλος του και άρχισε το ταξίδι της επιστροφής στην Ελλάδα. Με τι ασχοληθήκατε στα μεταπολεμικά χρόνια;

«Μας πήγαν με λεωφορεία στο Αμβούργο και από εκεί με τρένο, μέσω Ολλανδίας, φτάσαμε στις Βρυξέλλες. Θυμάμαι εκεί ο κόσμος, ο οποίος γνώριζε πως ήμασταν όμηροι, μας έδινε σε σακουλάκια μήλα για να φάμε. Από τις Βρυξέλλες έφτασα στην Αθήνα με αεροπλάνο Χάλιφαξ. Η μάνα μου έλεγε ότι όποιος έχει κάποια είδηση για τον γιο μου θα του δώσω μια χούφτα λίρες! Με έψαχνε σε όλα τα λεωφορεία που μετέφεραν επιζώντες κρατούμενους από ναζιστικά στρατόπεδα. Μας κατέβασαν στο αεροδρόμιο, μας πήραν αποτυπώματα, μας έδωσαν μια σοκολάτα της πλάκας και TRICOLORE Art: La medaille de Spiros Louisμας είπαν «Καλώς ορίσατε στην Ελλάδα.» Μετά τα πολεμικά χρόνια ασχολήθηκα με τα δημόσια έργα. Δεν είχα δίπλωμα για να μπορώ να παίρνω απ΄ευθείας εργολαβίες. Εμείς ως υπεργολάβοι βάζαμε τα μηχανήματα. Δούλεψα στο αεροδρόμιο Τατοϊου, στο Συκούριο και στη Λίμνη Πλαστήρα. Το 1952 κουβαλούσαμε τα υλικά και ασφαλτοστρώθηκε για πρώτη φορά η Ιερά Οδός. Παράλληλα αγόρασα μια έκταση στον Πλαταμώνα και δημιούργησα με έναν διευθυντή Τράπεζας το πρώτο κάμπινγκ στην Ελλάδα. Ακόμη και σήμερα διαμένω στον Πλαταμώνα από το Πάσχα έως το Φθινόπωρο. Το υπόλοιπο χρονικό διάστημα διατηρώ εργαστήριο στη Νέα Σμύρνη, όπου επισκευάζω παλαιά οχήματα και μηχανές. Έχω τρεις μοτοσυκλέτες και πέντε οχήματα -αντίκες, τρία τζιπάκια και δύο λιμουζίνες. Όλα αυτά τα βρήκα ερείπια και τα επισκεύασα μόνος μου και όπως βλέπετε τα έχω κάνει σαν καινούργια. Πήγα για εξετάσεις στο Ωνάσειο και μου βρήκαν πως έχω κουρασμένη καρδιά και μου έβαλαν και βηματοδότη. Βλέπετε και ο «Πολυχρόνης» αφήνει και κουσούρια. Είμαι 90 ετών και ακόμη δουλεύω ασταμάτητα. Μάλιστα όταν έχω λυμένο κάποιο εξάρτημα οχήματος ξεχνιέμαι να πάω σπίτι και αρχίζει και μου φωνάζει η γυναίκα μου. Η σύζυγός μου , η Λέτα, είναι εγγονή του Σπύρου Λούη. Έμεινε ορφανή από δύο ετών. Τον πατέρα της, τον Νίκο Λούη, τον έναν από τους δύο γιους του θρυλικού Ολυμπιονίκη, τον σκότωσαν οι Γερμανοί στα Τέμπη. Ήταν μηχανοδηγός στα τρένα και έκανε το δρομολόγιο Λάρισα-Θεσσαλονίκη. Επειδή με τη μεταφορά εφοδίων είχε βοηθήσει τους αντιστασιακούς, τον πρόδωσαν και μια ημέρα οι Γερμανοί τον σταμάτησαν, τον κατέβασαν από το τρένο και τον σκότωσαν στο ξύλο! Υποχρέωσαν μάλιστα έναν γιατρό να γράψει στο πιστοποιητικό θανάτου του να γράψει πως πέθανε από κάποια αρρώστια. Όταν έφυγαν οι κατακτητές όμως το διόρθωσαν και έγραψαν την πραγματική αιτία θανάτου πως πέθαινε από τα χτυπήματα των Γερμανών. Όταν πέθανε ο Σπύρος Λούης όλα τα υπάρχοντά του μοιράστηκαν στα τρία παιδιά του. Είχε δύο αγόρια και ένα κορίτσι. Στη γυναίκα μου έτυχε να πάρει ένα ασημένιο κύπελλο που του δωρήθηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 και ένα μετάλλιο που είχε δωρίσει ο Χίτλερ στον Λούη στην Ολυμπιάδα του 1936. Προ μηνών μάλιστα ζήτησα και ήρθαν στο σπίτι μου υπάλληλοι του υπουργείου Πολιτισμού και τα είδαν και πρόσφατα βγήκε απόφαση χαρακτηρισμού τους, ως κινητά μνημεία με ιδιαίτερη ιστορική και κοινωνική αξία. »

Giannis Sotiropoulos 2016 ©