Τα καφενεία στην αρχαία Ελλάδα

TRICOLORE Art: Tsarouhis To Neon
Το κάθε μαγαζί παίρνει την ονομασία του από το είδος του προϊόντος που εμπορεύεται. Το κρεοπωλείο λέγεται έτσι επειδή πουλάει κρέας, το ψαράδικο επειδή πουλάει ψάρια και το παντοπωλείο επειδή πουλάει τα πάντα (ή σχεδόν τα πάντα). Επίσης το κτηματομεσιτικό λέγεται έτσι επειδή αρχικά διαμεσολαβούσε στις αγοραπωλησίες κτημάτων, κατά κύριο λόγο. Με την ίδια απλή λογική το καφενείο λέγεται: καφενείο ή καφετέρια ή café από τον καφέ που προσφέρει. Και θα μπορούσε να βέβαια κανείς να αναρωτηθεί: –«Μα έχει πέσει στην αντίληψή σου κάποιο εμπορικό κατάστημα που να πλασάρεται μέσω ενός προϊόντος που να μην το διαθέτει;», –«Φυσικά! Πολλά καταστήματα ας πούμε, ισχυρίζονται ότι διαθέτουν και του πουλιού το γάλα… Κι εγώ λέω: Περίφημα! Σε πιο ράφι θα το βρω παρακαλώ;»
Ωστόσο ο κανόνας είναι κανόνας.
Αν υπήρχαν καφενεία στην αρχαία Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι θα υπήρχε και καφές!
«Υπήρχε καφές στην αρχαία Ελλάδα;!!!»
«Τι μου λες τώρα!!!!»
«Θα δούμε,,, θα δούμε. Ας ακολουθήσουμε τα ίχνη του καφέ…»
Περί του καφέ λοιπόν. Ο καφές πήρε το όνομά του, κατά μία εκδοχή από τον τόπο καταγωγής του την επαρχία Kaffa της Αιθιοπίας. Στην Ευρώπη λέγεται ότι ήρθε γύρω στο 1600. Στην Ελλάδα είχε έρθει κάπως νωρίτερα αλλά και πάλι πολύ μετά τους αρχαίους χρόνους, δηλαδή μετά την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης κι ακόμα πιο μετά! Στην Ελλάδα φαίνεται πως δοκιμάσαν τον πρώτο καφέ εκεί γύρω στο 1400 και κάτι.
Θαυμάσια, το θέμα λοιπόν πρέπει να θεωρηθεί ήδη λήξαν! Τα καφενεία στην αρχαία Ελλάδα απλά δεν υπήρξαν! Τελεία και παύλα.-
Ψυχραιμία!
Ας μην το βάζουμε έτσι εύκολα κάτω. Σιγά μην μας ξέφυγε ο καφές! Σιγά μην την έχουμε πατήσει από ένα ρόφημα! Εμείς δεν ήμαστε οι πρώτοι που ανακαλύψαμε ότι η γη είναι στρογγυλή; Που διατυπώσαμε το Πυθαγόρειο θεώρημα; Που φτιάξαμε την τριήρη; Ο πατέρας της Ιατρικής, ο Ιπποκράτης, Έλληνας δεν ήταν; Ο Ηρόδοτος ο πατέρας της Ιστορίας και ο Ερατοσθένης ο θεμελιωτής της επιστημονικής Γεωγραφίας. Έλληνες δεν ήταν και οι δυο; Ελληνάρες κανονικοί! Και την Αμερική; Ποιος είναι αυτός που έφθασε τόσο κοντά στο να την ανακαλύψει; …Ο Κολόμβος! Τι λένε οι φήμες για τον κύριο αυτόν; Θα σας πω: Έλληνας ήταν ο άνθρωπος! Άρα και ο πρώτος-πρώτος καφετζής εδώ στην γειτονιά μας τι άλλο θα μπορούσε να είναι; …Η ερώτηση είναι ρητορική! Το λέει η λογική; Δεν θα μπορούσε παρά να είναι Έλληνας! 🙂
Πάμε λιγάκι πίσω στο χρόνο γιατί μου φαίνεται ότι το θέμα το έχουμε πιάσει ανάποδα…

TRICOLORE Art: Le cafe en Grece antiqueΝοτιοδυτική Αιθιοπία, επαρχία Kaffa.
Έτος 850.
Είναι Αύγουστος μήνας.
Ο ήλιος έχοντας φθάσει στο τέλος της διαδρομής που χαράζει ο μπλε Νείλος, από την πλευρά του «Τις Ισατ», δυτικά της λίμνης Τάνα και ίσαμε πέρα το νότιο τμήμα της Νουβίας, βουλιάζει ήρεμα στην άκρη του ορίζοντα αφήνοντας πίσω του, τα χρωματιστά του απόνερα. Πάνω στη στιγμή στ’ αυτιά του Καλντί φθάνει ο μακρινός βρυχηθμός ενός λιονταριού. Δεν πρέπει να βρίσκεται και πολύ μακρυά. Ωστόσο ο νεαρός βοσκός δεν τρομάζει. Αυτό που φοβάται μονάχα είναι οι βουρδουλιές που τον περιμένουν μόλις πατήσει το πόδι του στο χωριό! Είκοσι βουρδουλιές τουλάχιστον! Αυτή θα είναι η η τιμωρία του γι αυτό το άτιμο, το ζιζανιάρικο κατσίκι που έχει χαθεί απ’ το κοπάδι. Το αναζητεί εδώ και ώρα. Είναι λες και έχει ανοίξει η γη και το ‘χει καταπιεί. Που στην ευχή έχει πάει το ευλογημένο; Ούτε λόγος να γυρίσει στο χωριό χωρίς αυτό το αναθεματισμένο παλιοκάτσικο.
Τρέχει λοιπόν ο Καλντί, τρέχει ασταμάτητα, μέχρι που του κόβεται η αναπνοή. Τότε πέφτει καταγής. Ανάσκελα ξεσπά σε λυγμούς. Όμως δεν του έχουν απομείνει δυνάμεις πολλές για να κλάψει. Απελπισμένος, απαθής, αποκομμένος από την πραγματικότητα, φαντάζεται διάφορα. Την μάνα του παρέα με τις γειτόνισσες, γερμένη πάνω στην τεράστια μυλόπετρα να αλέθει με όλες της τις δυνάμεις το σκληρό σόργο και λιγάκι πιο κει τον μικρούλη τον αγαπημένο του αδελφό τον Σάλομον. Τους βλέπει όλους μπροστά του. Ακόμα και τον Γιόνας, το χαμένο κατσικάκι φαντάζεται χαρούμενο να του κουτουλά τις πατούσες ξανά και ξανά. Αυτό! Αυτό!, σκέφτεται, είναι το πιο ξιπασμένο απ’ όλα τα πλάσματα που έστειλε ο παντοδύναμος Αλλάχ στη γη, με μοναδική αποστολή να τυραννούν ακατάπαυστα, το αδύναμο και καχεκτικό του κορμάκι. Όμως το βάσανο με τις κουτουλιές στις πατούσες δεν λέει να σταματήσει. Δεν είναι της φαντασίας παιχνίδι, είναι ο Γιόνας με σάρκα και οστά. Ο Καλντί πετάγεται όλος χαρά και τον γραπώνει μέσα στην αγκαλιά του. Ο Γιόνας γύρισε! Γύρισε κοντά του! Κι αντί να το μαλώσει το κατσικάκι το παίρνει στην αγκαλιά του, το χαϊδεύει και το φιλά ξανά και ξανά. Δεν ξέρει πως να του εκφράσει την αγάπη του. Από τότε που ο Καλντί αποχωρίστηκε τον Σάλομον τον αγαπημένο του αδελφό, ο Γιόνας αυτό το άτακτο κατσικάκι είναι πλέον ο μοναδικός του σύντροφος στο παιχνίδι. Και να που τώρα κινδύνευσε να τον χάσει και σαν να μην του έφθανε αυτό να φάει και το ξύλο της χρονιάς του. Μετά τα φιλιά και τις αγκαλιές, ο Καλντί, με ανανεωμένες δυνάμεις γεμάτος χαρά και αισιοδοξία, πετάγεται όρθιος και με σβέλτες και επιδέξιες κινήσεις κόβει ένα κλαδί, που ανέμιζε τόση ώρα πάνω από το κεφάλι του. Το λυγάει, το κάνει κουλούρα και πλέκει στο πι και φι ένα όμορφο στεφάνι. Κρεμάει το στεφάνι στο λαιμό του κατσικιού και παίρνουνε μαζί βιαστικά τον δρόμο του γυρισμού.
Φθάνοντας στο χωριό έχει πλέον βραδιάσει για τα καλά. Το χωριό είναι αναστατωμένο. Ανήσυχοι όλοι τρέχουν άσκοπα πέρα δώθε, κάποιοι έχουν φύγει με τα τόξα και τα ακόντια για να τον αναζητήσουν. –«Μήπως τον έχει κατασπαράξει κανένα λιοντάρι;» Ρωτούσαν ο ένας τον άλλον. Το μυαλό τους πήγαινε στο κακό. Όταν ξεπροβάλε μπροστά τους ο Καλντί με το στεφανωμένο κατσίκι απέμειναν όλοι αποσβολωμένοι και άλαλοι. Την σιωπή, την έσπασε  ένας γιγαντόσωμος άντρας, ο Τζεμάλ, ο θείος του Καλντί.
Εξοργισμένος τον πλησίασε και αφού πρώτα του άστραψε ένα ξεγυρισμένο μπάτσο, του απαγγέλλει με επισημότητα. –«Επειδή λόγω της τεμπελιάς και της αμυαλωσύνης σου, αναστάτωσες ολόκληρο το χωριό εγώ ο Τζεμάλ, ο θείος σου, σου επιβάλλω για τιμωρία να κοιμηθείς σήμερα νηστικός στο μαντρί, μαζί με τα κατσίκια! Επίσης σου παρακρατώ από τα χρήματα που σου οφείλονται και θα σου καταβληθούν μόλις ενηλικιωθείς, ένα μηνιάτικο! Με όλους τους τόκους που θα υπολογίσω αύριο.»
Ο Καλντί με κατεβασμένο το κεφάλι και το αίσθημα της απόρριψης να του βαραίνει την ψυχή, ακολούθησε λοιπόν τα κατσίκια που ήδη μπαίναμε με ορμή στο μαντρί τσαλαπατώντας το ένα το άλλο υπό τον αδιάκοπο ήχο των μπακιρένιων κουδουνιών που ταλαντεύονταν, κρεμασμένα από τους μακριούς τους λαιμούς. Αισθανόταν πως ήταν σε χειρότερη μοίρα κι από αυτά τα άμοιρα και ταλαιπωρημένα ζώα αφού αυτουνού δεν του επιτρεπόταν ούτε καν να φάει.
Μέσα στο μαντρί ο τιμωρημένος Καλντί στεκόταν όρθιος για ώρες πολλές ακουμπώντας με τους αγκώνες στον πέτρινη μάντρα, κοιτάζοντας με παράπονο, προς την πλευρά της καλύβας του. Μετά αποκαμωμένος πήγε και κουλουριάστηκε δίπλα στον Γιόνας που φορούσε ακόμα το στεφάνι που είχε του φτιάξει.
Το κρύο και η πείνα δεν τον άφηναν να κλείσει μάτι. Η κοιλιά του γουργούριζε δυνατά. Έπρεπε να βάλει οπωσδήποτε κάτι στο στόμα. Το στεφάνι ήταν γεμάτο με κάτι κόκκους. Στην απελπισία του αποσπά ένα δυο από αυτούς τους μικρούς καρπούς και τους βάζει στο στόμα. Ήταν πολύ σκληροί αλλά τους πιπιλούσε και η γεύση ήταν ωραία. Σιγά-σιγά άρχισε να αισθάνεται την ενέργεια που περικλειόταν μέσα τους. Δεν άργησε να καταλάβει πως οι καρποί αυτοί είχαν ιδιότητες μαγικές.
Ο Καλντί είχε μόλις ανακαλύψει τον καφέ!

Ο κάθε μικρός το πρώτο πράγμα που θα είχε κάνει σε μία παρόμοια κατάσταση θα ήταν να τρέξει κατ’ ευθείαν να μιλήσει στη μητέρα του γι αυτή την σπουδαία του ανακάλυψη. Όμως ο Καλντί δεν το μπορούσε, εδώ και δυο χρόνια είχε να αισθανθεί την ζεστή αγκαλιά της μητέρας του. Από κείνη την αποφράδα ημέρα που η φτώχεια και εξαθλίωση, εξανάγκασαν τους γονείς του να τον αφήσουν εδώ, στο κατώφλι του σκληρού Τζεμάλ, του μακρινού θείου του Μεχντί, του πατέρα του Καλντί. Ο Τζεμάλ ήταν πολύ πλούσιος και είχε, την εποχή εκείνη, σαράντα βόδια, είκοσι δαμάλια και αμέτρητες κατσίκες. Εκτός από τον Καλντί είχε άλλα δώδεκα ψυχοπαίδια. Όμως τα πλούτη δεν γίνονται με καλοσύνες. Ο Τζεμάλ ήταν σκληρός με όλους και με τον Καλντί ήταν ακόμα πιο σκληρός λόγω της ζήλιας που έτρεφε απέναντι στον Μεχντί εξαιτίας της ομορφιάς της γυναίκας του, της Φαϋζά, της μαμάς του Καλντί.

Έτσι λοιπόν ο Καλντί μην έχοντας την μαμά του κοντά αλλά ούτε και ιδιαίτερες φιλίες με κάποιο συνομήλικό του, φύλαξε μέσα του επτασφράγιστο, το πολύτιμο μυστικό του καφέ.
Με αυτές τις συνθήκες μεγάλωνε ο Καλντί. Κι όταν έφθασε στα δεκαοκτώ από τις κακουχίες και την κούραση έδειχνε τουλάχιστον είκοσι επτά. Είχε γίνει ωστόσο ψιλός και ήταν πολύ γεροδεμένος. Με το που άνοιγε το στόμα του όλοι αμέσως καταλάβαιναν ότι του «κόβει». Όσοι τον γνώριζαν καλύτερα, λέγαν μάλιστα πως είχε την σοφία μεγάλου ανθρώπου. Κι όπως είναι επόμενο όλοι τον συμπαθούσαν. Οι γηραιότεροι σχολίαζαν καλοπροαίρετα γι αυτόν: –«Αυτό το παιδί κάτι θα κάνει, δεν πρόκειται να χαθεί!»
Και όπως αποδείχθηκε δεν έκαναν λάθος. Ο Καλντί χάρις στον καφέ έγινε ο πιο πλούσιος από όλους τους κατοίκους της επαρχίας Kaffa, της περιοχής απ’ όπου κατάγεται το θαυματουργό φυτό, το coffea arabica.

Σύμφωνα πάντως με κάποια άλλη πηγή η ανακάλυψη του καφέ αποδίδεται στον σουφίτη ερημίτη, τον άγιο Σιίκ Αμπου Χασαν αλ Σαντίλι (Cheikh Abou Hassan al-Shâdhili), ο οποίος κατά την διάρκεια της μακράς νηστείας του τρεφόταν αποκλειστικά με τα φύλα και τους καρπούς καφεόδεντρου.
Φυσικά υπάρχουν και άλλες ιστορίες σχετικά με την ανακάλυψη του καφέ.

Και η κάθε ιστορία κυκλοφορεί σε διάφορες παραλλαγές. Μία πολύ ωραία παραλλαγή της ιστορίας του Καλντί αναφέρει πως ένας μοναχός που έτυχε να περνά από το σημείο που βοσκούσε τα κατσίκια του, παραξενεύτηκε πολύ με το παράξενο θέαμα του νεαρού βοσκού και των κατσικιών που χόρευαν μαζί. Κοντοστάθηκε λοιπόν και ρώτησε τον βοσκό τι τρέχει. Αυτός του εξήγησε πως οφειλόταν στο ότι είχαν φάει όλοι από τους καρπούς ενός βάτου. Ο μοναχός δοκίμασε κι ο ίδιος τους καρπούς και ένοιωσε την ευεξία που χαρίζει η καφεΐνη που περιείχαν. Συμπέρανε αμέσως ότι οι καρποί αυτοί θα βοηθούσαν τους αδελφούς του στο μοναστήρι να αντέξουν με ευκολία τις ολονύχτιες προσευχές. Αν και η ιστορία αυτή έχει την αφέλεια της μυθοπλασίας, παραδόξως είναι η μόνη που σε κάποιο βαθμό επιβεβαιώνεται από την αρχαιολογική έρευνα. Οι πρώτοι που καλλιέργησαν συστηματικά καφεόδεντρα ήταν πράγματι οι σουφίτες μοναχοί της Υεμένης.
Όσον αφορά την ετυμολογία της ονομασίας του καφέ, σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή πρόκειται για παραφθορά της λέξης Kaffa (της επαρχίας της Αιθιοπίας και τόπου καταγωγής του καφέ) που στα Τούρκικα έγινε kahve.
Στην Ελλάδα τον καφέ φαίνεται πως τον έφεραν οι Τούρκοι λίγα χρόνια μετά την κατάκτηση της Μέκκας και της Αιγύπτου υπό τον Σελήμ τον 1ο.
Τότε ο καφές ήταν γνωστός και σαν το κρασί της Αραβίας.
Στην συνέχεια η κατανάλωση του καφέ εξαπλώθηκε ραγδαία σε όλη την Ευρώπη και παντού στον κόσμο.
Στο πέρασμά του από την Ιταλία πήρε την σημερινή του ονομασία καφές (ιταλικά caffè).
Εμείς πάντως από τους Τούρκους τον μάθαμε και με την Τούρκικη συνταγή, πάνω-κάτω, τον καβουρντίζουμε και δικαίως του λόγου μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον, τον αποκαλούσαμε απλά «Τούρκικο».

Το συμπέρασμα;
Μοιάζει απίστευτο αλλά δυστυχώς στις παραπάνω ιστοριούλες και τους μύθους δεν υπάρχει ούτε ένας Έλληνας, είτε αρχαίος είτε σύγχρονος!
Και τα καφενεία στην αρχαία Ελλάδα;
Τα καφενεία λοιπόν στην αρχαία Ελλάδα, …ήταν απλά ανύπαρκτα!
Ή μήπως λέω αν το ψάχναμε καλύτερα,
….αλλά άστο καλύτερα!
TRICOLORE Art Point Rights

Τεκμηρίωση:

wiktionary:
1. Η λέξη Qahwah (قهوة in Arabic), είναι η αραβική ονομασία για το κρασί.
2. Από το Qahwa προέρχεται η λέξη coffee. Στην Ευρώπη τότε ο καφές αποκαλείτο «το κρασί της Αραβίας».

wikipedia:
1. Η αραβική λέξη Cahouah (قهوة qahwah) προέρχεται από την λέξη kahoueh που σημαίνει «ορεκτικό» και φαίνεται να έχει την ίδια προέλευση με την λέξη που χρησιμοποιείται για το κρασί. Πιθανόν να εδόθη στον καφέ το προσωνύμιο “κρασί” λόγω της ομοιότητάς του όσον αφορά το χρώμα και την πικράδα. Άλλοι πάλι συγγραφείς συνδέουν την ονομασία του καφέ  με την επαρχία Kaffa της Αιθιοπίας. Το Kaffa μεταλλάχθηκε στα Τούρκικα σε kahve και μετά στα Ιταλικά έγινε caffè ……….. Η γαλλική ονομασία café προήλθε από αντιδάνειο από την Ιταλική ονομασία του καφέ και πρωτοχρησιμοποιήθηκε γύρω στο 1600.
2. Ο θρύλος τοποθετεί τον Καλντί στην Αβησσυνία σημερινή Αιθιοπία….. Μία άλλη διήγηση αποδίδει την ανακάλυψη του καφεόδεντρου (σ.σ. δεν πρόκειται στην ουσία για δέντρο) στον Cheikh Abou Hassan al-Shâdhili, ερημίτη, ο οποίος τρεφόταν με «το δέντρο του καφέ».
Σύμφωνα με τις έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί το φυτό του καφέ το Coffea arabica έλκει πιθανότατα την καταγωγή του από την επαρχία Kaffa της Αιθιοπίας, όπου οι πρόγονοι των Oromos κατανάλωναν τον καφέ είτε ως ρόφημα είτε ως τροφή. Ο καφές για τους γηγενείς πρέπει να ήταν γνωστός ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους.